ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Εκρηκτικός, επικοινωνιακός, συγκρουσιακός, παράφορος ή ψυχρός σαν πάγος, μπορεί τηλε – hunger, σίγουρα σταρ, απαξιωτικός ή διαχυτικά φιλικός, φιλόδοξος, οξύθυμος, ανταγωνιστικός, υπερβολικός, εγωκεντρικός, παμπόνηρος ή πανέξυπνος, θρασύς, αμφιλεγόμενος, υπολογιστικός, χειριστικός, διαβόητος, φίλερις, προβοκατόρικος, δραματικός, εριστικός, προκλητικός, σαρκαστικός, ευέξαπτος, πασίγνωστος, ακριβοπληρωμένος… και τόσα άλλα επίθετα, που έχουν γραφεί, ειπωθεί, υπονοηθεί, αποσιωπηθεί για να συνοδεύουν το ονοματεπώνυμο Αλέξης Κούγιας.
Εκείνον, τον «δικηγόρο του διαβόλου» για πολλούς, που όμως θα ήθελαν με το μέρος τους, αν έμπλεκαν στα ζόρικά. Και άλλωστε όλοι δικαιούνται νομικής υπεράσπισης. Ακόμα και ο διάβολος!
Στα σαράντα πέντε χρόνια δικηγορικής πολύκροτης παρουσίας, με 22.000 δίκες, από τις οποίες οι μισές περίπου, ήταν για κακουργήματα και πάνω από 1000 για ανθρωποκτονίες, ο Αλέξης Κούγιας βρέθηκε στο επίκεντρο μεγάλων υποθέσεων, συχνά υπερασπιζόμενος κατηγορούμενους, που είχαν, ήδη, καταδικαστεί από την κοινή γνώμη.
Κέρδιζε μεγάλες δικαστικές μάχες, αλλά ήταν συχνά εκείνος που αμφισβητούταν περισσότερο απ όλους τους νομικούς της εποχής, μάλλον γιατί φαινόταν ως αλαζονεία και έπαρση η υπερβολική διεκδικιτικότητά του και ο αποφασιστικός λόγος του για κάθε δυνατή συντριβή αντίπαλού, σε συνδυασμό με την υπερβολική τηλεοπτική αύρα που τύλιγε την αναμφισβήτητη ευστροφία του. Ήταν ένας υπερεξοπλισμένος νομικά επιστήμονας, με ταλέντο ρητορικό, που, όμως έμοιαζε να θεωρεί πως τα νομικά επιχειρήματα υπολείπονται σε σχέση με τις εντυπωσιακές, δραματικές, πρωταγωνιστικές του εμφανίσεις.
Η τηλεόραση τον έκανε σταρ και γνωρίζοντας το, έδινε στους τηλεθεατές, πολλές φορές, το εντυπωσιασμό που χρειάζονταν, δίνοντας τους υλικό για συζητήσεις. Περιζήτητος τηλεοπτικά, μέχρι τέλους στο προσκήνιο, είτε ως λάβρος υπερασπιστής, είτε ως δριμύτατος κατήγορος, ήταν ο δικηγόρος για την επικαιρότητα, αλλά συχνά ο ίδιος το θέμα και η είδηση. «Non sub homine, sed sub Deo et lege», ή «όχι υπό τον άνθρωπο, αλλά υπό τον Θεό και το νόμο», λέει το έμβλημα της Νομικής σχολής του Χάρβαρντ. Και υπό την υψηλής τηλεθέασης τηλεόραση, θα συμπληρώναμε.
Οι πολύκροτες δίκες, οι νίκες, οι διαβόητοι πελάτες, η εχθρική -συνήθως- κοινή γνώμη
Έγινε ευρύτερα γνωστός ως συνήγορος του Βαγγέλη Ρωχάμη, του θρυλικού «Πεταλούδα», ο οποίος είχε διαπράξει σειρά ληστειών στην Αθήνα, απάγοντας ακόμη και δύο τραγουδίστριες. Ενώ οι συνεργοί του Ρωχάμη έλαβαν βαριές ποινές, ο ίδιος κατάφερε να λάβει τη μικρότερη, μια νίκη που έφερε για πρώτη φορά τον νεαρό Κούγια στα φώτα της δημοσιότητας. Στην αιματοβαμμένη και σοκαριστική υπόθεση, που δεν έχει ξεχαστεί, παρά το ότι έχουν περάσει πια παραπάνω από 30 χρόνια, των σατανιστών της Παλλήνης, υπερασπίστηκε τη 18χρονη Δήμητρα Μαργέτη, παρουσιάζοντάς την ως θύμα των κύριων δραστών, Κατσούλα και Δημητροκάλη. Παρά την πρόταση του εισαγγελέα για ανώτατες ποινές, η Μαργέτη έλαβε την ελαφρότερη καταδίκη, των 17 ετών, λόγω ηλικίας.
Στη 12ετή δικαστική διαμάχη της οικογένειας Αγγελόπουλου, εκπροσωπούσε τον Θεόδωρο και τη Γιάννα Αγγελοπούλου, καθώς και τον πατέρα του Θεόδωρου, Παναγιώτη Αγγελόπουλο, απέναντι στον Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο και τα παιδιά του. Η υπόθεση γνώρισε διεθνή απήχηση λόγω της τεράστιας οικονομικής επιφάνειας των μελών της και υπήρξε μια από τις πιο δύσκολες, αλλά και πιο κερδοφόρες υποθέσεις της καριέρας του. «Για χρόνια δεν υπήρχαν τριήμερα», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά. Τον Δεκέμβριο του 2008, στα Εξάρχεια, η σφαίρα του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα βάζει τέλος στη ζωή του 15χρονου, μόλις, Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η χώρα εκρήγνυται. Διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις, συγκρούσεις, οδομαχίες, ΜΑΤ, δακρυγόνα, βία, σπασμένες βιτρίνες και αυτοκίνητα, κραυγές κατά της αστυνομικής βίας.

Μέσα σε αυτό το εκτός ελέγχου πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό, ο Αλέξης Κούγιας, αναλαμβάνει την υπεράσπιση του Κορκονέα. Υποστηρίζει μια θεωρία περί «εξοστρακισμού της σφαίρας» και ότι ο πυροβολισμός δεν ήταν εσκεμμένος. Η δίκη στην Άμφισσα θα γίνει μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης οργής, εντός και εκτός δικαστηρίου. Όταν οι ένορκοι καταδίκασαν τον Κορκονέα για εκ προθέσεως φόνο, με πλειοψηφία 4 προς 3, ο Κούγιας το αποκάλεσε ως «μία από τις μεγαλύτερες ήττες» της καριέρας του, αλλά και μια απόδειξη ότι «τα δικαστήρια επηρεάζονται από το κοινό αίσθημα».
Υπεράσπιση Λιγνάδη και δολοφόνου Κουμανταρέα
Με θέση του, πως η υπεράσπιση δεν έχει να κάνει με τη δημοφιλία, αλλά με το δίκαιο ο Αλέξης Κούγιας ανέλαβε την διαβόητη υπόθεση Δημήτρη Λιγνάδη και συνάντησε για άλλη μια φόρα, ολόκληρή την κοινωνική γνώμη να στέκεται απέναντι του. Ο Λιγνάδης ήταν κατηγορούμενος για βιασμούς τριών ανηλίκων και ενός ενήλικα. Ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, αλεξίσφαιρα γιλέκα, φυγαδεύσεις από πίσω πόρτες προστάτευαν τον μέχρι πριν από λίγο καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θέατρου, ενώ διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις πλήθους, που κραύγαζαν «αλητη» μαίνονταν το καιρό της δίκης.
Ο Αλέξης Κούγιας, κάνοντας λόγο για «επαγγελματίες ομοφυλόφιλους» μάρτυρες και μηνυτές, κατάφερε να εξασφαλίσει στον Λιγνάδη αναστολή εκτέλεσης της ποινής μέχρι την έφεση, πληρώνοντας εγγύηση 30.000 ευρώ. «Ο Δημήτρης Λιγνάδης έχει συνείδηση αθώου», δήλωνε ο ποινικολόγος, ενώ οι αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν ότι «παίζει με τη δικαιοσύνη». Η απόφαση να αφεθεί ελεύθερος ο πρώην ισχυρός επικεφαλής του κορυφαίου θεάτρου της χώρας, προκάλεσε νέο κύμα διαμαρτυριών, με φωνές να απαιτούν την άμεση φυλάκισή του.
Η δικηγορική στρατηγική του Κούγια στη συγκεκριμένη δίκη, έφερε στην επιφάνεια, ξανά, μνήμες από την παλαιότερη πολύκροτη υπόθεση της δολοφονίας του Μένη Κουμανταρέα. Ο Αλέξης Κούγιας είχε προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις, υπερασπιζόμενος τον βασικό κατηγορούμενο 30χρονο Στεφάν Ματασαρεάνου, ενώ δικάζονταν και ο 33χρονος Κοσμίν Γκαϊτάν.
Ανάμεσα σ’ άλλα είχε αναφερθεί στον Κουμανταρέα ως «μέγιστο καλλιτέχνη, αλλά διεστραμμένο άνθρωπο», και χαρακτηρίζοντας την ερωτική του ζωή «αντιαισθητική», φάνηκε να μετατοπίζει την ευθύνη. «Η πράξη του κατηγορούμενου μπορεί να έσωσε πολλά παιδιά, αυτή είναι η πραγματικότητα» είχε τονίσει, «εμένα αν μου το ‘χε κάνει ο αείμνηστος, θα του είχα κόψει και τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια». Στο τέλος, επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 15 ετών για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας και 18 μηνών για την απόπειρα ληστείας και στους δύο κατηγορούμενους της δολοφονίας του Μένη Κουμανταρέα.
Τελευταία υπόθεση: Ρούλα Πισπιρίγκου
Στις 4 Απριλίου 2022, συνελήφθη και φυλακίστηκε στον Κορυδαλλό η Ρούλα Πισπιρίγκου, από την Πάτρα, για την δολοφονιών των τριών παιδιών της, της 3χρονης Μαλένας, της 6 μηνων Ίριδας και της 9χρονης Τζωρτζίνας Δασκαλάκη. Το έγκλημα σόκαρε την κοινή γνώμη, που δύσκολα θα ξεχαστεί η φρικαλεότητά του. Ο Αλέξης Κούγιας ανέλαβε την υπεράσπιση της Πισπιρίγκου, πιστεύοντας ακράδαντα στην αθωότητα της, τόσο που έλεγε πως αν τελικά καταδικαστεί η κατηγορούμενη, θα σκέφτονταν σοβαρά αν θα συνέχιζε την καριέρα του, γιατί θα ένιωθε «ανασφαλής» για την κρίση των δικαστηρίων.
Δεν θα υπερασπιζόταν ποτέ μια μητέρα που σκότωσε τα τρία της παιδιά, άλλωστε, διατράνωνε. Εξηγούσε, πως είχε αρνηθεί να αναλάβει την υπόθεση, καθώς δεν είχε διαβάσει τη δικογραφία, ενώ υπογράμμισε πως η υπεράσπισή της δεν έχει κανένα οικονομικό ενδιαφέρον για τον ίδιο. Με λυγμούς τον αποχαιρέτισε η Πισπιρίγκου μες στη δικαστική αίθουσα, μόλις έγινε γνωστός ο θάνατος του.

Λέγοντας πως ήταν «κάτι σαν προστάτης» της, είπε πως «η πρώτη αγκαλιά εκεί που πήγε ήταν με τους γονείς του και η δεύτερη με τα παιδιά μου. Θα παλέψει από εκεί για τη δικαίωση». Καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξης για τη δολοφονία με κεταμίνη της μεγαλύτερης κόρης της, της Τζωρτζίνας και δις ισόβια για τη δολοφονία με ασφυκτικό θάνατο της Μαλένας και της Ίριδας. Και δεν θα μάθουμε ποτέ, αν πράγματι, ο Αλέξης Κούγιας θα παρατούσε τη Νομική γιατί πίστεψε τόσο πολύ στην αθωότητα…
Η δικηγορία πάνω από όλα και κάτι ψιλά δημοσιότητας
«Fiat justitia ruat caelum», πως η υπεράσπιση, δηλαδή, είναι ιερή υποχρέωση, ήταν το νομικό ρητό, που συχνά επικαλούνταν ο Αλέξης Κούγιας και το σίγουρο είναι πως λάτρευε το τρόπο που επιβαλλόταν αυτή η «ιερή υποχρέωση». Ξυπνούσε κάθε μέρα στις εφτά παρά τέταρτο, το πρωί. Έπινε τον καφέ του, κοίταζε για μια ακόμα φορά, κάποια δικογραφία, είχε και την τηλεόραση να παίζει.
Αφού βιαστικά, έκανε κάποια δήλωση σε όλο και κάποιο απ τα πρωινά που θα τον καλούσαν, λέγοντας κάποιες φορές «παρακαλώ μη με διακόψει κανείς» και επειδή θα το έκαναν, το έκλεινε νευριασμένα, έφευγε για τα δικαστήρια. Φορούσε πάντα, costume sur mesure σε βαθύ μπλε, χιονάτα λευκό πουκάμισο, ριγέ γραβάτα. Στον αριστερό του καρπό, ένας ακριβός χρονογράφος έδειχνε την ακριβή ώρα. Στις εννιά ακριβώς εμφανιζόταν στα δικαστήρια και παρέμεινε, ως τις 3 το μεσημέρι, που πήγαινε στο γραφείο του. Τα ραντεβού του με τους πελάτες, ποτέ δεν κρατούσαν λιγότερο από δύο ώρες.
Δούλευε συνήθως μέχρι τις 7 το βράδυ, αλλά σε δύσκολές υποθέσεις έφτανε και στα μεσάνυχτα. Σε άλλες δραστηριότητες, για μια σύντομη περίοδο, είχε αναλάβει την έκδοση του διεθνούς ανδρικού περιοδικού «Μaxim», που κυκλοφορούσε στην Ελλάδα ο σύζυγος της Έλενας Κουντουρά, ο βετεράνος καλαθοσφαιριστής, ο «πρίγκιπας», Σαράντης Παπαχριστόπουλος. Το ίδιο περιοδικό τον είχε ανακηρύξει Άνδρα της Χρονιάς στον χώρο των Επιστημών. Έχει δηλώσει πως υπήρξε μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη στην εφηβεία του και πως η γιαγιά του ήταν εξορία στη Μακρόνησο. Ο πατέρας του ήταν φανατικός οπαδός του ΠΑΣΟΚ, τόσο που η μαμά του τον φώναζε «αυριανιστή».
Το 1998, όμως ο ίδιος, κατέβηκε ως υποψήφιος δήμαρχος με παράταξη της Νέας Δημοκρατίας, στον Δήμο Πετρούπολης. Στο δεύτερο γύρο των εκλογών, τελικά, έχασε από τον υποψήφιο του ΚΚΕ -η εκδίκηση της γιαγιάς, μάλλον! Κάποτε, είχε πει, πως ο Κώστας Καραμανλής τον κάλεσε στη Ρηγίλλης, για να του πει πως «τον είχαν μετρήσει για πάνω από 300.000 σταυρούς», αλλά ο ίδιος απάντησε ότι δεν θα ήθελε να εκτεθεί στη Βουλή, λόγω των «παθών» του για τα ωραία αυτοκίνητα και τις ομάδες. Πίστευε πως θα έδινε δικαιώματα αν εμφανιζόταν στη Βουλή με τη Ferrari του, ενώ όλοι, εκεί «παριστάνουν τους φτωχούς», όπως είχε σαρκάσει.
Αυτοδημιούργητος αλλά περήφανος για τα -πολλά- αποκτήματά του
Φρόντιζε, πάντα, να θυμίζει πως ήταν αυτοδημιούργητος, από λαϊκή γειτονιά και όχι μέλος εδραιωμένης ελίτ από κληρονομικά ευνοημένους μεγαλοδικηγόρους, που συνήθως διαπρέπουν στο χώρο και πως έγινε εύπορος με έχοντα νόμιμα, πληρώνοντας μεγάλους φόρους, χωρίς κρυφές υποχρεώσεις, ούτε offshore εταιρείες. Ήταν γνωστό το τεράστιο σπίτι στη Βουλιαγμένη, των 1.800 τ.μ. σε τέσσερα στρέμματα με θέα το Αιγαίο και οι αγαπημένες του εξοχικές επαύλεις στην Αλεόμανδρα της Μυκόνου, στο Ηράκλειο της Κρήτης, ή το πολυτελές σαλέ του στον Παρνασσό.
Το δικηγορικό του γραφείο στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας είναι ιδιόκτητο, ενώ ήταν γνωστό πως διαθέτει και ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας. Απολάμβανε την 30μετρη θαλαμηγό του, υπό τη σημαία της Φινλανδίας, με το εξαμελές πλήρωμα, που έφερε τα ονόματα των δύο παιδιών του, του Χρίστου και της Μάιρας. Αυτό το σκάφος είχε αντικαταστήσει ένα παλιότερο κότερο, προηγούμενης ιδιοκτησίας Καντάφι. Δεν έκρυβε και την αδυναμία του στα πολυτελή αυτοκίνητα και ειδικά στη Ferrari του και στην BMW 645 Ci Convertible. Άλλωστε ο ίδιος σε συνέντευξη του είχε πει πως «έχω περιουσία που ξεπερνάει τα 50 εκατ. ευρώ.

Έχω 28 ακίνητα στην Αθήνα, στη Μύκονο, στην Κρήτη, στους Οθωνούς, στο Μεγανήσι, ενώ έχω και 12 αυτοκίνητα. Τα απέκτησα από το κόμπλεξ μου που δεν είχαμε σπίτι, μέναμε σε υπόγεια και δεν είχαμε ούτε ρουλεμάν για πατίνι». Σχετικά με την δική του οικονομική του κατάσταση, αλλά και τις περιπτώσεις ποινικολόγων οι οποίοι εμφανίζονται ως μεγαλοδικηγόροι στα Μέσα Ενημέρωσης, δήλωνε συχνά πως δεν γίνεται κανείς πλούσιος αναλαμβάνοντας «μία-δύο μεγάλες υποθέσεις», αλλά μόνο μέσα από σκληρή δουλειά και προσωπικές θυσίες.
Εκεί, στη Πετρούπολη
Γεννημένος στις 23 Ιανουαρίου του 1951, μεγάλωσε σε ένα νοικιασμένο σπίτι στην Πετρούπολη, όπου «τα παιδιά μεγάλωναν με παράσημο τα γδαρμένα γόνατα» σε γήπεδα από «χώμα, χαλίκι και κοτρόνες». Ο πατέρας του, Χρήστος, από το Βέλο Κορινθίας, ανάπηρος χωροφύλακας από τον Εμφύλιο, είχε ένα χρωματοπωλείο, ενώ η μητέρα του, Καλλιόπη, απόφοιτη της Ελληνογαλλικής Σχολής Άγιος Ιωσήφ, ασχολούνταν με τα «οικιακά», όπως γράφανε τα τότε δελτία ταυτότητας και κυρίως τους δύο της γιους τον Αλέξη και τον μικρότερο, τον Δημήτρη. Ο Αλέξης, ήταν άριστος μαθητής με «μνήμη σιδερένια» όπως έλεγε, που πήγαινε ποδαρόδρομο στο σχολείο στους Αγίους Αναργύρους, μαθαίνοντας από νωρίς ότι «η ζωή δεν είναι δίκαιη, αλλά μερικοί έχουν σχολεία και άλλοι ούτε για δείγμα».
Μεγάλωνε ανάμεσα στο πολύ διάβασμα, το μαγαζί του πατέρα του, και τις τσαμπουκαλεμένες ποδοσφαιρικές μάχες, αφού το να «παίζει μπάλα» ήταν το πάθος και η ζωτική διέξοδος του. Στα 15 του, πήρε βραβείο από τη Μαθηματική Εταιρεία, και η οικογένεια είχε σίγουρη μια μεγάλη θετική επιστημονική καριέρα, ως μηχανικός, «ένα επάγγελμα με μέλλον τότε και σίγουρες απολαβές. Προς τα τέλη του εξαταξίου τότε Γυμνασίου μετακόμισε στην Κυψέλη, για να είναι κοντά στα φροντιστήρια Μαντά στην πλατεία Κάνιγγος, όπου προετοιμαζόταν εντατικά για τις εισιτήριες εξετάσεις στη Σχολή Μηχανολόγων του Πολυτεχνείου. Χαράματα, προτού πάει σχολείο, μοίραζε με ποδήλατο στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας την εφημερίδα «Ναυτεμπορική». Παράλληλα, έπαιζε στον Άρη Πετρούπολης ως λίμπερο ή αμυντικό χαφ της ενδεκάδας. Μα η ζωή είχε το δικό της σχέδιο για έφηβο με τα μπλε στο χρώμα του πάγου μάτια.

Ήταν η περίοδος της χούντας των συνταγματαρχών. Κάποιοι συμμαθητές του -ανάμεσα τους ο Αλέκος Αλαβάνος- τον παρακίνησαν να πάνε όλοι να παρακολουθήσουν μια θορυβώδη δίκη, στο Αρσάκειο Μέγαρο, όπου χουντικοί καθηγητές της Νομικής είχαν μηνύσει τους αντιστασιακούς συναδέλφους τους ακαδημαϊκούς. Είδε, εντυπωσιάστηκε, κεραυνοβολήθηκε από τη ρητορική των δικηγόρων και αποφάσισε να γίνει σαν κι αυτούς. Δεν είχε χρόνο! Οι εξετάσεις πλησίαζαν και εκείνος από τα μαθηματικά, τη φυσική και τη χημεία, έπρεπε να περάσει μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα στα Αρχαία Ελληνικά, την Ιστορία και τα Λατινικά, που ειδικά για αυτά, δεν είχε την παραμικρή ιδέα. Η οικογένεια του σοκαρίστηκε και προσπαθούσε με μανία να τον αποτρέψει απ το αυτοκαστροφικό του λάθος.
Ήταν αμετάπειστος! Έφυγε για το σπίτι της γιαγιάς του, στο Βέλο Κορινθίας, ώστε να είναι μόνος και να διαβάζει απερίσπαστος. Τα κατάφερε με τη μια και πέρασε στη Νομική Θεσσαλονίκης. Η φοιτητική ζωή, η νιότη, οι παρέες ήταν ωραία! Και αυτός ήταν ωραίος όμως! Γυμνασμένος, ευθυτενής, με αυτό το έντονο, αλλόκοτα διάφανο μπλε βλέμμα, πάντα περιποιημένος. Παίζοντας ποδόσφαιρο στον Ηρακλή, πήρε ένα σεβαστό πριμ και αγόρασε μια Kawasaki Z1 900, που ήταν δύναμη για την εποχή. Ε! Ωραίος και με μηχανή! Γοητεύονται οι νεαρές, λιγωτικά, απ το θέαμα. Πως έλεγαν, κάπου τότε, οι Ολυμπίανς «στα μαθητικά σου τα βιβλία, πίσω από τις λέξεις κρύβεται ο Αλέξης! Και σε πιάνει μια μελαγχολία, κλείσε κοριτσάκι τα βιβλία»; Έτσι και καλύτερα!
Ένα ατύχημα και η αρχή μιας μεγάλης καριέρας
Είναι στο Ξυλόκαστρο για καλοκαιρινές διακοπές και για ατομική προετοιμασία για την επόμενη ποδοσφαιρική σεζόν και όλες οι ωραίες καρδιοχτυπούν για ένα του βλέμμα. Ματαίως, το πρώτο του σημαντικό φλερτ, η Μαριαλένα, η κόρη του διάσημου κονφερασιέ της εποχής, του Γιώργου Οικονομίδη, τον περιμένει στην Αθήνα. Εκείνος γυμνάζεται, συχνάζει σε νεανικά στέκια του θέρετρου και ευχαριστιέται τις διακοπές του. Ήταν πρώτη Ιουλίου και είχε πολύ ακόμα καλοκαίρι μπροστά του. Πηγαίνοντας με τη μηχανή σε μια καφετέρια στο Κιάτο, ένα φορτηγό που κινούνταν στην αντίθετη λωρίδα, με τον οδηγό να έχει αποκοιμηθεί στο τιμόνι, έπεσε πάνω του με μεγάλη ταχύτητα, τον εγκατέλειψε και έφυγε. Τον βρήκαν με συντριπτικά κατάγματα, μετά από ώρα. Το ατύχημα του κόστισε 19 μήνες νοσηλείας στο ΚΑΤ.
Ήξερε πως η ποδοσφαιρική του καριέρα είχε τελειώσει, μα με ατσάλινη πίστη και αντοχή στο πόνο, κατάφερε να αποκαταστήσει την υγεία του, να σταθεί στα πόδια του, να γυρίσει στο Πανεπιστήμιο και να πάρει πτυχίο. Άνοιξε το πρώτο του δικηγορικό γραφείο. Και κατάφερε να ξαναπαίξει ποδόσφαιρο στον Ολυμπιακό Λουτρακίου. Ο πρόεδρος της ομάδας ήταν και πρόεδρος της Λαχαναγοράς του Ρέντη. Είδε την επιμονή και την δύναμη του χαρακτήρα του και του ανέθετε συνέχεια αγορανομικές υποθέσεις χονδρεμπόρων μανάβηδων, με αποτέλεσμα να έχει 5-6 δικαστήρια καθημερινά.
Μόλις 27 χρόνων και μετα τη θεαματική επιτυχία του στη δίκη του Ρωχαμη, έχει, ήδη, αποκτήσει φήμη, προβολή και αναγνώριση. Και οι μεγάλες δίκες θα έρχονταν σε λίγο, ακόμα πιο πολλές και ακόμα με μεγαλύτερη δημοσιότητα. Πρώτα, παράτησε τις καθημερινές παρέες για πόκα στις λέσχες με καλλιτέχνες, επιχειρηματίες και ακαδημαϊκούς, που συνήθιζε 4 με 8 το απόγευμα, μετά τα δικαστήρια. Αφοσιώθηκε με όλες του τις δυνάμεις πλήρως στο να γίνει ο καλύτερος δικηγόρος, που ήταν δυνατόν. Με τις πρώτες σημαντικές απολαβές του, αγόρασε ένα ευρύχωρο σπίτι στο Ξυλόκαστρο για τους γονείς του, αν και ο πατέρας του, παρέμενε πικραμένος, που δεν έγινε μηχανικός. Ποτέ δεν του έδειξε τη περηφάνεια του, ούτε βρέθηκε να τον παρακολουθήσει σε κάποια δίκη του.
Μα η φήμη του μεγάλωνε ασταμάτητα. Σύντομα, έγινε ο δικηγόρος των σημαντικότερων καλλιτεχνών της χώρας, αναλαμβάνοντας υποθέσεις των Γιώργου Νταλάρα, Γιώργου Μαργαρίτη, Σπύρου Παπαδόπουλου, Τόλη Βοσκόπουλου, Στέλιου Καζαντζίδη, Γιάννη Πάριου, της Μαρινέλλα και άλλων πολλών. Το 1986, ο Γιώργος Κοσκωτάς, παντοδύναμος τότε, μήνυσε την εφημερίδα «Έθνος» του Γιώργου Μπόμπολα. Στο δικαστήριο, καθημερινά, βρίσκονταν και ο Αλέξης Κούγιας, χωρίς να έχει καμία επαγγελματική συμμετοχή. Στο εδώλιο βρίσκονταν ο διευθυντής Αλέκος Φιλιππόπουλος και τρεις δημοσιογράφοι και υπερασπίζονταν από τον Γιάννη Σταμούλη, με δικηγόρους απέναντι τους να στέκονταν οι Μαντζουράνης και Βαρλαμής.
Όταν, σε μια κρίσιμη στιγμή της δίκης, ο Σταμούλης αργούσε, μια φωνή όλο αυτοπεποίθηση πρότεινε λύση: «Θα αναλάβω εγώ την υπεράσπιση». Ο Φιλιππόπουλος, έκπληκτος, ρώτησε: «Πώς σας λένε;». «Αλέξης Κούγιας, δικηγόρος», ήρθε, ελαφρώς αυτάρεσκα, η απάντηση. Είχε καταγράψει κάθε λεπτομέρεια της δίκης και ήταν έτοιμος να επιχειρηματολογήσει, όταν κατέφθασε ο Σταμούλης, αγχωμένος και ταραγμένος από την αργοπορία. Ο 35χρονος, τότε, Κούγιας είχε μόλις κάνει αίσθηση, φανερώνοντας τα χαρίσματα που τον έκαναν εμβληματικό δικηγόρος. Είχε νομική απόλυτη γνώση του θέματος, τόλμη και η ικανότητα να ελέγχει πλήρως τη νομική διαδικασία, ενώ καταλάβαινε ποια υπόθεση θα του έφερνε προβολή και άλλες, ακόμα, πολύ περισσότερες. Δεν έπρεπε πια να προσπαθεί για να γίνει μεγαλοδικηγόρος. Ήταν ήδη!
Η Τίλντα και το σοκ της μεγάλης απώλειας
Και μετά; Μετά του χρειάζονταν η αγάπη για να χει μια ζωή, όπως την είχε ονειρευτεί. Και ήταν η στιγμή, που ένας μεγάλος έρωτας μπήκε στη ζωή του! Η πανέμορφη Ιταλό – Ισραηλινή Ματίλντα Ναχαμά, ή Τίλντα για τους δικούς της, έγινε σύζυγος του με έναν ρομαντικό γάμο, το 1984, σε ένα ξωκκλήσι στο Βέλο Κορινθίας. Η Εβραϊκού θρησκεύματος Τίλντα για χάρη του Αλέξη βαφτίστηκε Χριστιανή, με νονά της, μάλιστα, τη Μαρινέλλα, που ήταν και η κουμπάρα στον γάμο τους. Εκείνος είναι 32 χρόνων και η Τίλντα 26. Τέσσερα χρόνια ευτυχίας αργότερα, η Porse που οδηγούσε η νέα γυναίκα τυλίγεται στις φλόγες και λίγο καιρό αργότερα η Τίλντα υποκύπτει στα σοβαρά εγκαύματα και τα τραύματα της. Από κείνη τη στιγμή ο Αλέξης Κούγιας δεν επέστρεψε στο σπίτι τους στην Πολιτεία.

Ούτε για να πάρει τα προσωπικά του αντικείμενα. Την άλλη μέρα πήγε και αγόρασε από του Βάρδα Αναγνωστόπουλου ένα κοστούμι και εσώρουχα και εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο Divani , στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Έμεινε, εκεί, 10 χρόνια, μαζί με τον Σπύρο Διβάνη, δίπλα – δίπλα. Έρχονταν Χριστούγεννα και Πάσχα, καλοκαίρια, γιορτές και όλα τα περνούσε μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Απρόσωπα. Μοναχικά. Σα το σημαδιακό τραγούδι – επιτυχία, τότε, της κουμπάρας Μαρινέλλας, «με πνίγει τούτη η σιωπή, τούτη η στενοχώρια, στο δρόμο να ‘χουνε γιορτή κι εμείς να ζούμε χώρια».
Κάποτε, πέθανε και η μητέρα της Τίλντας. Οι αγοραστές του σπιτιού τον ειδοποίησαν να περάσει να πάρει τα κοστούμια και τις φωτογραφίες του. Δεν πήγε, ποτέ. Δεν μπορούσε. Και πέρασαν είκοσι χρόνια έτσι. Με μια άρνηση της μεγάλης απώλειας διάχυτη, σε κάθε στιγμή της ζωής του. «Είχα την τύχη να με ερωτευτούν εξαιρετικές γυναίκες» θα πει πολλά χρόνια αργότερα, «αλλά λόγω του σοκ δεν παντρεύτηκα. Ένιωθα ότι θα πρόδιδα την μνήμη, την ίδια την σχέση, γιατί ήταν παιδική σχέση. Σαν να πρόδιδα μια διαδρομή».
Η Εύη και ο κοσμικός γάμος στα 51 του
Μια καινούργια, μεγάλη διαδρομή, όμως, εμφανίστηκε κεραυνοβόλα, ως «έρωτας με την πρώτη ματιά», στο όμορφο πρόσωπο της Εύης Βατίδου, με τα ελαφίσια μάτια, του κορυφαίου μοντέλου των ’90s και με τον τίτλο της Μις Ελλάς. Εκείνος ήταν 51 ετών και εκείνη, διένυε την δεκαετία των 20 της χρόνων. Γνωρίστηκαν σε ένα επαγγελματικό ραντεβού και πολύ σύντομα παντρεύτηκαν, στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, στη καρδιά του Κολωνακίου, το χειμώνα του 2001, με 1.000 καλεσμένους.
Για καιρό μετά, οι κοσμικές και όχι μόνο, στήλες έγραφαν τι συνέβηκε εκείνη τη παγωμένη μέρα στον κομψό «γάμο της χρονιάς» και πως ο Μητροπολίτης Άνθιμος, παλιός δάσκαλος του Αλέξη Κούγια, ταξίδεψε, τότε, από την Αλεξανδρούπολη για να τελέσει το μυστήριο ή λεπτομέρειες για το υπερπολυτελές αυτοκίνητο, που έκανε δώρο η Γιάννα Δασκαλάκη Αγγελόπουλου στο ζευγάρι. Μετά από τον γάμο οι νιόπαντροι αναχώρησαν για τον μήνα του μέλιτος, στο Γκστάαντ στην Ελβετία, στο Σεν Μονί στη Γαλλία και τέλος στο Μιλάνο, για ψώνια. Η οικογενειακή τους ζωή είναι πολυφωτογραφημένη, πολυτελής και φάνταζε τέλεια, σα πόζα από τα αφιερώματα, που τους έκαναν τα παντοδύναμα life style περιοδικά της εποχής. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Χρήστο και τη Μάιρα.

Η ζωή τους έμοιαζε ιδανική. Χρόνια αργότερα, θα παρδεχτεί, πόσο ερωτευμένος υπήρξε και πως τα παιδιά του ήταν γεννήματα ενός μεγάλου έρωτας. Στα επτά χρόνια, χωρίς να υπάρξουν θέματα ηθικής, όπως είχε τονίσει ο Αλέξης Κούγιας και άνευ θεμάτων συμφερόντων, το ζευγάρι χώρισε, άγρια, με χρόνιες δικαστικές διαμάχες και με σφοδρές κατηγορίες και από τις δυο πλευρές. Μια αντιδικία οικονομικής φύσης διήρκησε 12 χρόνια. Εκπομπές, περιοδικά, εφημερίδες ασχολούνται με το θέμα Κούγιας VRS Βατίδου – Κούγια, με τον ίδιο ενθουσιασμό που πριν φιλοξενούσαν σκηνές από ένα γάμο με «αποδράσεις» στην Αράχοβα, στη Μύκονο, η με το σκάφος σε καλοκαίρια φωτογραφικής διαρκείας.
Όταν όλα κόπασαν, ο Αλέξης Κούγιας δηλώσε, πως η «Εύη είναι ένα καλό κορίτσι» και θα μπορούσαν να μην έχουν χωρίσει. Έπαιρνε την ευθύνη πως ο ίδιος έφερε την σχέση στα άκρα, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του «κολλημένο μυαλό» , γιατί ήθελε να τηρήσει την υπόσχεση της, πως δεν την ενδιαφέρει η δημοσιότητα. Ο ίδιος δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι η σύζυγος του και μητέρα των παιδιών του, θα γίνονταν παρουσιάστρια ενός πρωινού προγράμματος. «Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς, ενώ είχε την ευκαιρία με εμένα να φάει μαζί με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να γνωρίσει τον Πατριάρχη» δήλωσε, κάποτε, «να συνομιλήσει με τους ισχυρότερους επιχειρηματίες της χώρας, εκείνη ήθελε να κάνει εκπομπή με τον Δημήτρη Παπανώτα!».
Αναγνωρίζοντας της πως υπήρξε εξαιρετική σύζυγος και κυρίως μητέρα, της συμπαραστάθηκε, ακόμη και σε μια πρόσφατη δικαστική περιπέτεια για μια επίθεση, που είχε δεχτεί εκείνη οδηγώντας. Φάνηκε πως η σχέση τους είχε αποκατασταθεί και ήταν ιδιαίτερα αρμονική σε θέματα που αφορούσαν στο καλύτερο για τα παιδιά τους. Μάλιστα στη περιπέτεια της υγείας του, η Εύη Βατίδου θα σταθεί όσο πιο πολύ γινόταν κοντά του και κυρίως, στο πλάι των παιδιών της.
Οι μεγάλες κόντρες και οι δημόσιοι καβγάδες
Συνήθως στο χώρο των διακεκριμένων, πλουσίων ή διάσημών της χώρας οι κόντρες είναι σαν δριμύτατες καταιγίδες που καταλαγιάζουν σύντομα και γίνονται σε ελάχιστο χρόνο αίθριος καιρός. Στην περίπτωση Αλέξη Κούγια, καμία φιλία, ή έστω τυπική ανοχή, δεν διαδέχτηκε την αμείλικτη σάτιρα και τους υψηλούς τόνους της με τον Λάκη Λαζόπουλο, την έντονη κοινωνική κριτή του Γρηγόρη Βαλιανάτου ή την δημοσιογραφική έρευνα του Μάκη Τριανταφυλλοπουλου. Από όλα όσα λέγονταν για εκείνον, τον Αλέξη Κούγια έδειχνε να τον πειράζει ιδιαίτερα το θέμα του ύψους του και να τον αναφέρουν ως κοντό. Πυρακτωμένος πάντα από παρορμήσεις και με επίγνωση πως οι κάμερες τον κατέγραφαν, την άνοιξη του 2004, θέλησε να μπει στο τότε ALTER, για να παρέμβει στην μεταμεσονύκτια εκπομπή «Ζούγκλα» του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου.

Σκαρφάλωνε στην σιδερένια αυλόπορτα του σταθμού, όταν η Εύη Βατίδου, που τον συνόδευε, αφού τον ρώτησε «τι νούμερο έχει το 100;», έπιασε το πόμολο και πολύ απλά, άνοιξε την πόρτα. Όταν τελικά έφτασε το ζευγάρι στο στούντιο, ένας εργαζόμενος σεκιούριτι στέκονταν όρθιος, όταν ο Κούγιας με φόρα έπεσε πάνω του, χωρίς ο σεκιουριτάς να μετακινηθεί, μα ούτε και να τον αγγίξει. Ο δικηγόρος σωριάστηκε από μόνος του κάτω, φωνάζοντας, πως πέφτει θύμα άγριου ξυλοδαρμού! Με τον έντονο χωρισμό του 2007, ανάμεσα στα άλλα, η Εύη Βατίδου κατηγόρησε on camera τον Αλέξη Κούγια για ξυλοδαρμό.
Βούτυρο στο ψωμί των ΜΜΕ οι δηλώσεις της στάθηκαν το αγαπημένο θέμα όλων δημοσιογράφων. Ο δικηγόρος εμφανίστηκε με αίματα και είπε πως δέχτηκε επίθεση στο γκαράζ του σπιτιού του, με σιδερογροθιά από τους σωματοφύλακες του ευκατάστατου γόνου που συνόδευε την σύζυγο του, μετά από νυχτερινή της εξοδο. Στο λαοφιλές «Τσαντίρι» του τότε, ο Λάκης Λαζόπουλος, εμφανίστηκε με ένα τακούνι κολλημένο στο κεφάλι κα έντρομο ύφος. Σε ένα μονόλογο περίπου ενός τετάρτου λέει, τάχα περίλυπος, αναμεσά σ αλλά «Αλέξη μου, τι ήταν αυτό που έπαθες! Τι συμφορά σε βρήκε, Αλέξη μου… Να κάθεσαι αμέριμνος πεντέμισι η ώρα το πρωί στο γκαράζ… Τι ήθελες στο γκαράζ, Αλέξη μου; Καμάρωνες το τζιπ το Cherokee; Και μπήκε αυτή η σουρτούκω από τα μπουζούκια, με τα δικά σου τα λεφτά και συνοδεία τον γιο επιχειρηματία».
Όταν προβλήθηκε βίντεο όπου ο Κούγιας περιέγραφε τον γιο του επιχειρηματία ως ένα κοντό παιδί 25 ετών, ο Λάκης επιτέθηκε ανελέητα: «Πόσο κοντός, Αλέξη; Δηλαδή πόσο πιο κοντός; Νάνος ήταν; Γιατί το επόμενο size μετά το δικό σου αυτό είναι. Και τι έγινε μετά στο γκαράζ; Ξεκίνησε η τιτανομαχία των γιγάντων; Κοντοχτυπηθήκατε; Αρπάχτηκαν τα δύο σκαμπό μέσα στο γκαράζ; Μα, τόσο άτυχος, να μην είμαι εκεί; Να χάσω τη σκαμπομαχία;». Ένα βράδυ στα μπουζούκια, οι δυο άντρες θα συναντηθούν, θα υπάρξει μπιφ κατά τη σημερινή ορολογία, ο Λαζόπουλος θα κατηγορήσει τον Κούγια πως του επιτέθηκε με γροθιές, ενώ καθόταν και παρακολουθούσε την Βανδή να ερμηνεύει στίχου τύπου «δε σε ενδιαφέρει πως αισθάνομαι και αν με όσα λες πονώ ή προσβάλλομαι, ήθελα να ‘ξερα δεν ντρέπεσαι έτσι να μου συμπεριφέρεσαι».
Θα συναντηθούν στα δικαστήρια. «Το μόνο που έκανα εκείνη τη μέρα ήταν να τον σηκώσω για να φανεί ότι είναι πιο κοντός από εμένα και κακώς μου έκανε αυτήν την τρομερή δυσφήμιση όλα αυτά τα χρόνια, πλήττοντας την προσωπικότητά μου» θα πει στους δημοσιογράφους, σε κάποια αναβολή της δίκης ο Αλέξης Κούγιας. Για την ιστορία ο Λάκης Λαζόπουλος, μετά τον θάνατο του Κούγια, παραιτήθηκε της αξίωσης στην υπόθεση, βάζοντας τέλος στη μακροχρόνια δικαστική διαμάχη, μη θέλοντας να σύρει να παιδιά τους σ όλο αυτό.
Όλα για τη νίκη σε γήπεδα και δικαστήρια
Θρυλικές ήταν οι κόντρες του εντός των γηπέδων που λάτρεψε και στα πλατό ειδικών εκπομπών, που μιλούσε πάντα σε έντονο, διεκδικητικό ύφος για τις ομάδες που υπηρετούσε σε διοικητικές θέσεις σε πολλές ποδοσφαιρικές ομάδες, όπως ΠΑΕ ΑΕΚ, Κόρινθος, Βέροια, Π.Α.Σ. Γιάννινα, Λαμία, Παναχαϊκή, Ιωνικός Νίκαια, Λάρισα, Αιγάλεω, Άρης Πετρούπολης. Άλλωστε έπαιζε και ο ίδιος «μπάλα», ήτοι ποδόσφαιρο, από παιδί έως τα 40 του χρόνια με τον Ατρόμητο Χαλανδρίου, αφού προηγουμένως είχε ερασιτεχνικά αγωνιστεί στον Πέλοπα Κιάτου, στην Ελλάδα Βέλου και τον Λαρισαϊκό. Έβγαλε στη φόρα τα στημένα παιχνίδια του ποδοσφαίρου, αντιπαρατέθηκε με ισχυρούς παράγοντες και άνοιξε κόντρες με επώνυμους επιχειρηματίες. Κέρδισε θριαμβικά τις εντυπώσεις συμμετέχοντας στη δίκη της περιβόητης υπόθεσης Κιάππε, το πρώτο μεγάλο σκάνδαλο που συγκλόνισε το ελληνικό ποδόσφαιρο με τις διαπλοκές, τα κυκλώματα και τα συνεννοούμενα παιχνίδια. Ήταν δεδομένο, πως το «παιδί απ την Πετρούπολη», όταν αισθάνονταν πως του τρώνε το δίκιο, έλυνε διαφορές ακόμα και αν πιάνονταν στα χέρια.
Έτσι, έμειναν ιστορικοί και άλλοι καβγάδες τους, όπως όταν αρπάχτηκε σε καφετέρια της Γλυφάδας με τον δήμαρχο Βόλου Αχιλλέα Μπέο, με τον οποίο είχαν προηγούμενα από την υπόθεση Koriopolis, με τα στημένα παιχνίδια, όταν ο μεγαλοπαράγοντας της τοπικής ομάδας της πρωτεύουσας της Μαγνησίας τον αποκαλούσε «τακουνάκια», προσβάλλοντας το ύψος του, που όπως είπαμε, ο Κούγιας το έφερνε βαριά. Πολύ οργισμένος ήρθε στα χέρια με τον πρόεδρο του Α.Ο. Χανίων Ηρακλή Νύκταρη στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», ενώ οι σεκιούριτι κατέβαλαν υπεράνθρωπη προσπάθεια να τους χωρίσουν από το μπουνίδι στο πεζοδρόμιο.

Η εποχή αναδιπλώνονταν και ο κόσμος άλλαζε. Οι πληροφορίες μπλέκουν το fake με την είδηση και όλοι έχουν άποψη με δριμύτητά και σφοδρότητα σα του Κούγια, αλλά απ τα social media και τα πληκτρολόγια τους και όχι στις αίθουσες δικαστηρίων ή στα τηλεοπτικά πλατό.
Η δικηγορική αίγλη παρ’ όλα αυτά του Αλέξη Κούγια δεν δείχνει να θαμπώνει, ούτε στιγμή. Και η αγριότητα των woke και αντί – woke, της πολιτικής ορθότητας η των δυσφορούντων απ την υποτιθέμενη υπερβολή της, εκείνων που βλέπουν έναν καλύτερο κόσμο στα ίσα δικαιώματα για όλους και των άλλων που αναπολούν αξίες του κυριαρχικού για λίγους παρελθόντος, ευνοούν τον Κούγια στο να εκφέρει ανεμπόδιστα πυροτεχνηματικές, ακραίες, συχνά απαξιωτικές, για κάποιους ομοφοβικές, παθιασμένες, πάντα, απόψεις. Και δε νοιαζόταν για κανένα κόστος, ούτε βέβαια, να είναι αρεστός προκειμένου να πέτυχει τον στόχο του. Να κερδίσει δίκες, με κάθε τρόπο, για τους πελάτες του.
Όταν οι αντιπαραθέσεις φτάνουν ως το θάνατο ή και πέρα απ αυτόν
Ο Γρηγόρης Βαλιανάτος, σχολιάζε τις εμπρηστικές δηλώσεις του Αλέξη Κούγια, λέγοντας κάποτε, πως «ο Κούγιας επιτίθεται με πάθος κατά των ομοφυλόφιλων, διότι στο παρελθόν θα πρέπει να είχε μία τραυματική ομοφυλοφιλική εμπειρία». Ο Κούγιας τον πέτυχε στο Κολωνάκι και του επιτέθηκε, γρονθοκοπώντας τον. Αφού ο Βαλιανάτος σχολίασε πως «πήδηξε» για του ρίξει γροθιά, τον μήνυσε και ο Κούγιας συνελήφθη στο αεροδρόμιο, καθώς γύριζε από ένα ταξίδι του στη Κρήτη. Σε συνέντευξη του χρόνια αργότερα θα πει πως έχει ξεχάσει αυτό το ατυχές συμβάν, που σίγουρα δεν συγκαταλέγεται στα κατορθώματά του.
Διευκρίνισε, δε, ότι παρόλο, που είχε περάσει για εκείνον η άποψη ότι μισεί τους ομοφυλόφιλους, αυτό είναι αναληθές και πως είχε φίλους που είναι ομοφυλόφιλοι και τους θεωρούσε ιδιαίτερα χαρισματικά άτομα. Μάλιστα είχε πει πως δεν έχει πρόβλημα με τον Βαλλιανάτο, πως είναι ένα άτομο με ικανότητες, αξιόλογο τρόπο σκέψης και παιδεία, αλλά πως έχει αδικήσει τον εαυτό του. Από εμπειρία ζωής έλεγε, πως αυτό φέρνει ισορροπία είναι η δημιουργία οικογένειας. Αν οι ομοφυλόφιλοι μπορούσαν να γεννούν παιδιά και όχι απλά να υιοθετούν ή να τα αποκτούν μέσω παρένθετης μητέρας, δεν θα είχε πρόβλημα, αλλά δεν μπορούν και έτσι περιορίζονται σε μια σχέση συντροφικότητας ή «μια ηδονιστική επαφή». Χρόνια αργότερα, αυτή η στάση του άλλαξε, μετά από σχόλιο του Βαλιανάτου σε δηλώσεις του Κούγια για την τεκονοθεσία των ομοφυλόφιλων ζευγαριών, όπου ο ποινικολόγος με ανακοίνωση του διαμήνυσε «αυτό το υποκείμενο να παρακαλεί, να μη συναντηθούμε πάλι σε καμιά πλατεία Κολωνακίου».

Ο Γρηγόρης δεν ξέχασε. «Καλός ποινικολόγος είναι ο νεκρός ποινικολόγος. (Ήταν, διορθώνω). Θερμά συλλυπητήρια στους αγαπημένους του. (Εννοώ και τις αγαπημένες του)», ανάρτησε στο facebook. Ο Χρίστος Κούγιας, από το Instagram ανταπάντησε: «Ντροπή, λυπάμαι πραγματικά για το πώς σκέφτονται ορισμένοι άνθρωποι. Να μας λείπουν τέτοια συλλυπητήρια. Κρίμα, κρίμα να μην σέβεσαι, έστω εμάς». Ο Βαλλιανάτος μετά την κηδεία προχώρησε σε νέα ανάρτηση αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι «Μετά τα εννιάμερα τα ξαναλέμε», με τον γιο του Αλ. Κούγια να απαντά πως «πράγματι θα τα ξαναπούμε διά της νόμιμης οδού συντομότερα από τα εννιάμερα».
Στις 7 Μαρτίου ο Γρηγόρης Βαλιανάτος έβαλε μια άνω τελεία, με μια ακόμα ανάρτηση του που έλεγε, πως η Εύη Βατιδου τον πήρε στο τηλέφωνο και πως «… είχαμε τη δυνατότητα για αρκετή ώρα, να εξηγήσουμε με σοβαρότητα η μια στην άλλη, το περιεχόμενο της ανάρτησης μου εδώ, αλλά και τα είκοσι και πλέον χρόνια της ιστορίας της δημόσιας αντιπαράθεσης μου με τον Αλέξη Κούγια. Γνωριζόμαστε από τότε.
Την παρακάλεσα να δεχθεί και να μεταφέρει στα παιδιά της τη λύπη μου για την ερμηνεία των γραφομένων μου που τους προκάλεσε οργή και διαμαρτυρία, πράγμα που δέχτηκε, και της εξήγησα πως θα ολοκληρώσω τη δημόσια παρέμβαση μου αυτή μόλις συμπληρωθούν τα σαράντα. Και πάλι δημόσια. Τιμώ την ωριμότητα και την ειλικρίνεια της συνομιλίας μας και την ευχαριστώ». Μέχρι λίγο πριν το τέλος, ο Αλέξης Κούγιας δεν άλλαζε στάση. Έτσι, ενάμιση μήνα πριν φύγει απ την ζωή, στις 14 Ιανουαρίου του 2025, είχε ανακοινώνει πως προχωρούσε σε υποβολή μηνύσεων κατά της Έλενας Ακρίτα, του Στέφανου Κασσελάκη και του Σπύρου Μπιμπίλα, στους δυο πρώτους γιατί τον χαρακτήρισαν «ομοφοβικό»,και στον Μπιμπίλα για τις δηλώσεις του πως ο Κούγιας υπερασπίζεται «εγκληματίες».
Το τέλος
Σε ηλικία 74 ετών έφυγε από τη ζωή, ύστερα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο, που νικούσε σε κάθε μάχη στα σημεία. Μέχρι τελευταίας στιγμής δικηγορούσε και ως τη τελευταία του ανάσα ήταν ο φόβος και ο τρόμος όσων βρισκόταν απέναντι του στις δικαστικές αίθουσες. Ακόμη και πριν γίνει το 40ήμερο μνημόσυνο του, εκπομπές στη τηλεόραση αναφέρονται στην πρωταγωνιστική του παρουσία σε μεγάλες υποθέσεις, που ακόμα απασχολούν το νομικό κόσμο της χώρας και αφορούν στο μεγάλο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, όπως αυτή των κρατικών ιατροδικαστών.
Τα παιδιά του σπουδάζουν Νομική, έχουν αναλάβει το γραφείο του Αλέξη Κούγια και έχουν εντυπωσιάσει με την ποιότητα, που υποστηρίζουν τη μνήμη του πατέρα τους, αλλά και το πως διασαφηνίζουν ότι είναι άλλοι άνθρωποι. Έχουν ήδη, εγκαταλείψει ως νομική φίρμα τις υποθέσεις Λιγνάδη και Πισπιρίγκου. Κάποτε είχε πει αναφερόμενος στον αγώνα που έδινε για την υγεία του, πως ο καρκίνος δεν άλλαξε τίποτα στην καθημερινότητά του.
Έκανε χημειοθεραπείες και συνέχιζε να πηγαίνει στα δικαστήρια. Έλεγε, πως, από εκεί, από τις δικαστικές αίθουσες θα τον πάρουν μια μέρα. «Ξέρεις ότι θα πεθάνεις», είχε πει, «αλλά πρέπει να ζεις όμορφα». Γι’ αυτόν το σίγουρο είναι, πως έζησε όπως ονειρεύτηκε, σύμφωνα με το σχέδιο του και απόλυτα ικανοποιημένος με τα επιτεύγματά του. Δεν είναι και λίγο!
Διαβάστε επίσης
Χρίστος Κούγιας: Κατακρίνομαι για το πώς πενθώ – Τι είπε για Βατίδου, αλλά και… Πισπιρίγκου
Αλέξης Κούγιας: Ποιοι αναλαμβάνουν τις πολύκροτες υποθέσεις του
Αλέξης Κούγιας: Το τελευταίο αντίο και η επιθυμία της οικογένειας
ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ
