«Αυτό είναι το πέρασμα. Από την ταινία στη ζωή», δήλωσε ο Λάκης Παπαστάθης (1943-2023) σε συνέντευξή με την υπογράφουσα για την εφημερίδα Το Βήμα. Το Μουσείο Μπενάκη παρουσιάζει αύριο το μεγαλειώδες αφιέρωμα Λάκης Παπαστάθης, Αναζητώντας τη χαμένη εικόνα (3 Απριλίου έως 20 Ιουλίου, Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς 138).

Η πολύπλευρη έκθεση θα εγκαινιαστεί απόψε από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. Για την ολοκλήρωσή της συνεργάστηκαν επί δύο έτη μετά το θάνατο του Λάκη Παπαστάθη η Κατερίνα Ευαγγελάκου, ο Ηλίας Γιαννακάκης και ο Γιώργος Σκεύας.

1

Περίφημος σκηνοθέτης (βασικός εκπρόσωπος του ένδοξου Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου) και δημιουργός, παραγωγός της μακροβιότερης και σημαντικότερης εκπομπής στην ΕΡΤ, με τίτλο Το Παρασκήνιο (1976-2013). Στην εκπομπή αυτή προβάλλονταν μέσα σε μία ώρα τα πιο ενδοσκοπικά, πυκνά, ενδελεχή πορτρέτα και συνεντεύξεις επιφανών προσώπων της πολιτιστικής ζωής. Όχι μόνο το περιεχόμενο -το τι δήλωναν στην κάμερα-, αλλά και ο τρόπος της κινηματογραφικής γραφής (με την ίσια, επιβλητική φωνή του Λάκη Παπαστάθη να κυλάει σταθερά σαν ποταμός ανάμεσα στα λόγια του τιμώμενου προσώπου), εδραίωσαν νέο κινηματογραφικό ύφος στη μικρή οθόνη. Υψηλής αισθητικής και μορφωτικής αξίας υλικό. Ακόμη δε πρωτοποριακό και αγέραστο.

Οι εκπομπές που προβάλλονταν αδιαλλείπτως συγκέντρωσαν εννιακόσια διαφορετικά θέματα.
Τον Λάκη Παπαστάθη και τον παραγωγό συνέταιρό του Τάκη Χατζόπουλο πλαισίωσε σύντομα πλειάδα σημαντικών σκηνοθετών της μεγάλης φόρμας, όπως ο Ηλίας Γιαννακάκης, ένας από τους συνδιοργανωτές σήμερα του αφιερώματος στο Μπενάκη.

Ο Λάκης Παπαστάθης υπήρξε ποιητής των εικόνων και των λέξεων. Στην έβδομη Τέχνη, στη μικρή οθόνη αλλά και στη φόρμα του λογοτεχνικού διηγήματος. Το Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς ορθώς οργανώνει αφιέρωμα σε αυτόν τον μοναδικό, βιωματικό, λαϊκό διανοούμενο. Πνευματικό τέκνο του Μάνου Χατζιδάκι όσο και του Αλέξη Δαμιανού, σκηνοθέτη της θρυλικής Ευδοκίας (1971). Μια επιμειξία, κάτι σαν το αντίστοιχο του Θεόφιλου στο σινεμά (άλλωστε υπήρξε η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του το 1987, καθιερώνοντας τον ακαριαία ως μετρ του νέου κύματος στην Ελλάδα). Χρησιμοποιούσε τις λέξεις και τις εικόνες με έναν τρόπο συνάμα εξαιρετικής ακρίβειας, ευκρίνειας θαρρείς, αλλά διατηρώντας και τη γριφώδη υπόστασή τους, σαν τα ομηρικά έπεα πτερόεντα. Προσεγγίζοντας ίσως έτσι κάτι το ανείπωτο.

Την τελευταία φορά που ο σκηνοθέτης Λάκης Παπαστάθης «ντύθηκε» συγγραφέας παρέδωσε ένα ακριβές δείγμα αυτής της ιδιοσυγκρασιακής, μοναδικής επιμειξίας, λαϊκού διανοούμενου. Τη λογοτεχνική εκδοχή της πιο αγαπημένης πόρνης του νέου ελληνικού σινεμά, της Ευδοκίας.

Της ταινίας του Διαμιανού όπου ο Λάκης Παπαστάθης θήτευσε ως βοηθός σκηνοθέτη. Διαδραματίζεται τέλη της δεκαετίας του 1960, αρχές του 1970. Η Ελλάδα ζει στο σκοτάδι της χούντας. Και όμως μέσα από αυτό το καλλιτεχνικά αφιλόξενο περιβάλλον αναδύεται ένα από τα φωτεινότερα παραδείγματα του νέου ελληνικού κινηματογράφου… Μια πόρνη και ένας λοχίας ερωτεύονται παράφορα.

Με το βιβλίο Όταν ο Δαμιανός γύρισε την Ευδοκία (εκδόσεις Πατάκη 2006) επιχείρησε τη λογοτεχνική μεταφορά της ανακινώντας αναμνήσεις εν υπνώσει.

«Επιθυμία μου είναι να αφηγηθώ ξανά ως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς σκηνή-σκηνή την Ευδοκία μαζί με αυτά που ο θεατής δεν βλέπει στο φιλμ» έγραφε στον πρόλογο του βιβλίου του ο Λάκης Παπαστάθης. Όχι μόνο ανακατασκεύασε την ιστορία στη μνήμη του αναγνώστη καρέ-καρέ, αλλά τον μετέτρεψε σε συνοδοιπόρο του: Τού εμπιστεύτηκε τα άγνωστα περιστατικά, την αθέατη ζωή των συντελεστών πίσω από την κάμερα, τις πρόβες, τα γυρίσματα. Την πραγματική ουσία: Διότι όλα όσα δεν βλέπει κανείς στο τελικό αποτέλεσμα συνιστούν ό,τι δίνει πνοή στο έργο τέχνης. Οι αγωνίες, οι συγκρούσεις, οι ζυμώσεις, οι συγκινήσεις, τα λάθη, το πάθος. «Τα λόγια του κουβαλούν τα κύματα των καιρών και με συντροφεύουν», σημείωσε για τον πρώτο του δάσκαλο, αναδεικνύοντας το εύρος της φιλολογικής, εκφραστικής του ισχύος.

Το φιλμ πέρασε στην κινηματογραφική μυθολογία. Όπως άλλωστε και τα τέσσερα φιλμ μεγάλου μήκους που σκηνοθέτησε ο Λάκης Παπαστάθης:

Τον καιρό των Ελλήνων (1981), Θεόφιλος (1987), Το μόνον της ζωής του ταξείδιον (2001, βασισμένο στη ζωή και το ομώνυμο διήγημα του Βιζυηνού), Ταξίδι στη Μυτιλήνη (2010) και μια μικρή μήκους: Γράμματα από την Αμερική (1972).

Επίσης τις συλλογές διηγημάτων: Η Νυχτερίδα πέταξε (2002), Η ήσυχη και άλλα διηγήματα (2005), Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα (Πόλις, 2011) και το χρονικό Όταν ο Δαμιανός γύριζε την Ευδοκία (Πατάκης 2006).

Με σύζυγο την καταξιωμένη ηθοποιό Υβόννη Μαλτέζου (πρωτεργάτρια του Ελεύθερου θεάτρου) απέκτησε τον Αργύρη Παπαστάθη, καταξιωμένο πολιτικό αναλυτή.

Κρυφά, ο Λάκης Παπαστάθης υπήρξε και ερασιτέχνης ζωγράφος. Παρά την επιβλητική του φιγούρα, ενίοτε φανέρωνε την ευάλωτη πλευρά του, όπως τα πορτρέτα του φίλου του ζωγράφου Γιώργου Ρόρρη.

Σε κάθε δημιουργία του Λάκη Παπαστάθη είτε στο φιλμ είτε στο κείμενο, υπάρχει η αίσθηση ότι εκφράζει μια συνείδηση που δεν κυλάει μόνο στο δικό του αίμα αλλά διατρέχει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ότι προσεγγίζει κάτι κυτταρικό και αρχετυπικό. Η πραγματική τέχνη υποβάλλει το δρόμο και ο μύστης συμπληρώνει ο ίδιος τα κενά. Ένα όραμα που ονειρεύεται κανείς ζωντανός. Αίνιγμα που θα διαφεύγει πάντα. Ο Λάκης Παπαστάθης έπλασε τις εικόνες του.