Όταν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης έγινε αντικείμενο μεταπτυχιακής εργασίας

Ήταν Ιούλιος του 1983. Το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν μόλις δύο χρόνια στην εξουσία. Ενα μέρος του κοινού ασφυκτιούσε από την καθοδήγηση στη διασκέδαση και τις πολιτικές συναυλίες στα γήπεδα, ενώ ήδη άρχιζε να οικοδομείται το βασίλειο του λάιφσταϊλ. Κι ανάμεσά τους, το βιωματικό, παρεΐστικο τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη για ακροατές που είχαν χιούμορ, λάτρευαν τα πάρτι, το ροκ, τα σινεμά και ήθελαν ανθρώπινη, μα όχι στρατευμένη τέχνη. Κανείς δεν περίμενε την ανταπόκριση που θα είχε εκείνο το βράδυ το πάρτι του στις 25 Ιουλίου στη Βουλιαγμένη. Κόπηκαν 25.000 εισιτήρια. Η αστυνομία υπολόγισε ότι ήταν 100.000 άτομα.

Το κείμενο είναι της Γ. Συκκά (Καθημερινή, Ιούνιος 2013) 

Η λεωφόρος Συγγρού είχε μπλοκάρει, η παραλιακή το ίδιο, ενώ πολλοί ξέμειναν στον δρόμο ακούγοντας τη ζωντανή μετάδοση της συναυλίας από τον Γιάννη Πετρίδη. Στην πλαζ το κοινό έστησε μια υπαίθρια γιορτή τινάζοντας μια για πάντα τη σοβαροφάνεια της μεταπολίτευσης. Από τότε οι συναυλίες άφησαν τα γήπεδα, έψαχναν ιδέες, οργάνωση, θέαμα και κυρίως εκπλήξεις: πυροτεχνήματα, αερόστατα, σκηνικά και σκηνοθέτες.

Μέχρι και αντικείμενο μεταπτυχιακής εργασίας έγινε πριν από λίγα χρόνια το περίφημο πάρτι του Λουκιανού. Την υπογράφει η Ολυμπία Κωνσταντοπούλου με τίτλο «Το πάρτι στη Βουλιαγμένη: Καινοτόμος, Μαζικός Απολιτικός (;) Πολιτισμός στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης». Μπορεί, άραγε, να επαναληφθεί; «Ηταν μια αυθόρμητη ιδέα, όταν θέλησα να ευχαριστήσω τον κόσμο που ήρθε το προηγούμενο καλοκαίρι στην πρώτη μου συναυλία στο θέατρο Λυκαβηττού», απαντά ο Κηλαηδόνης. «Η Βουλιαγμένη μου άρεσε. Ως παλιός Κυψελιώτης πήγαινα συχνά στην πλαζ της. Ολα μαζί, όπως οι νύχτες με το φεγγάρι, έφτιαξαν την ιδέα».

Τώρα (το κείμενο γράφτηκε στην Καθημερινή από την δημοσιογράφο Γ. Συκκα τον Ιούνιο του 2013)  ετοιμάζεται για ακόμα ένα πάρτι στις 15 Ιουνίου στους κήπους του Μεγάρου Μουσικής. Εχοντας εικόνες από την κινηματογράφηση εκείνης της βραδιάς σαν οδηγό, με την ορχήστρα και κάποιους νέους καλεσμένους, θα ταξιδέψει το κοινό στα θερινά τα σινεμά, τις γειτονιές των κοριτσιών του, θα χορέψει σουίνγκ και σάμπα. Την ιδέα του κήπου την «έριξε» η οικογενειακή φίλη Λία Χατζηδημητρίου. Κι εκείνος συμφώνησε κι ας είναι πια το κίνητρο διαφορετικό. «Κατά βάθος είναι μια απάντηση σε όσους διαμαρτυρήθηκαν τόσο έντονα τότε. Αλλά και στα νέα παιδιά που με ρωτάνε συχνά: Μα τι έγινε εκείνο το βράδυ;».

Καθισμένος στον καναπέ του γραφείου του στην οδό Ακαδήμου στο Μεταξουργείο (η πιο πράσινη γωνιά του δρόμου) όπου είναι το σπίτι της οικογένειας και το θέατρο όπου παίζουν η σύζυγός του Αννα Βαγενά και η κόρη του Γιασεμή (η Μαρία είναι κοινωνική λειτουργός), γυρίζει τρεις δεκαετίες πίσω. «Ο κόσμος τότε διψούσε για μια τέτοια ακαθοδήγητη βραδιά. Κατέβηκαν ολόκληρες γειτονιές στη Βουλιαγμένη. Στην ταινία που γυρίστηκε και προβλήθηκε μία μόνο φορά από την ΕΡΤ, αποκαλύπτεται όλη η διάθεση της εποχής».

– Γιατί αντέδρασαν τότε;

– Τρόμαξε το ΚΚΕ, με κατηγόρησαν ότι εισάγω αμερικάνικα πρότυπα ζωής, ότι ήταν ένα πάρτι μέσα στις αναθυμιάσεις του χασίς, ότι είχε πορνικά συμπλέγματα. Ηταν μια αθώα βραδιά που κανείς μας δεν περίμενε ότι θα είχε τόσο κόσμο. Το ΚΚΕ εσωτερικού και άλλοι, το αντιμετώπισαν διαφορετικά: «Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά» είπαν.

– Σήμερα είναι ένα πάρτι μέσα στη γενική απελπισία;

– Σε ένα περιβάλλον μαυρίλας και πίεσης υπάρχει ανάγκη για φως και χαρά. Γεγονός τότε το έκανε ο κόσμος και η εποχή. Τώρα ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο. Πολλά ανατράπηκαν στις ζωές μας και χρειάζεται χρόνος να αφομοιωθούν πριν ξαναγίνουν δημιουργία.

– Συμμερίζεστε αυτό που λένε ότι το παρακάναμε, γι’ αυτό φτάσαμε ώς εδώ;

– Ο κόσμος φταίει; Το ΠΑΣΟΚ τον διέφθειρε με τη λογική να φάμε, να μοιράσουμε, να διορίσουμε. Κάποιοι το εκμεταλλεύθηκαν. Δεν ενέδωσαν όλοι σε αυτό το κλίμα. Είχα, θυμάμαι, μια τραγουδιστριούλα που πήγαινε στο εξωτερικό να πάρει ρούχα, έκανε διακοπές σε διάφορα νησιά κι όταν τη ρώτησα πώς τα κάνεις όλα αυτά τα έξοδα, μου απάντησε «με τις κάρτες». Εγώ ούτε στο χρηματιστήριο έπαιξα, ούτε κάρτες χρησιμοποίησα. Πορευόμουν με αυτά που είχα.

«Δεν μασάω από τη σοβαροφάνεια»

– Στον καλοχτενισμένο κήπο του Μεγάρου Μουσικής, το κοινό θα έχει την ίδια αυθόρμητη συμπεριφορά όπως τότε στην πλαζ;

– Δεν μασάω από τη σοβαροφάνεια. Είμαι ο Λουκιανός που ήμουν τότε. Το κοινό μου είναι το ίδιο, όπου κι αν εμφανιστώ.

– Μια δυνατή ανάμνηση από τότε;

– Είναι σούρουπο, έχω την πλαζ απέναντί μου, έχει αρχίσει και μαζεύεται κόσμος, κι εγώ πηγαίνω να αλλάξω για να βγω στη σκηνή. Η εικόνα που αντίκρισα επιστρέφοντας θα μείνει για πάντα μέσα μου, ένα τεράστιο πλήθος. Ηταν πραγματικό σοκ. Οπως όταν έμαθα ότι εκείνο το βράδυ δεν δούλεψε κανείς κινηματογράφος, δεν πήγε κανείς σινεμά.

– Στα τραγούδια σας υμνήσατε την αθηναϊκή γειτονιά όσοι λίγοι δημιουργοί. Τι απέμεινε από την πόλη που αγαπήσατε;

– Η μυρωδιά από τις νεραντζιές στην οδό Πανεπιστημίου, εκεί κοντά στο Οφθαλμιατρείο. Αγαπώ ακόμη την Αθήνα. Οταν σπούδαζα αρχιτεκτονική και ήμουν στο τρίτο έτος, ο Τσαρούχης μάς είπε: Το μόνο που θα μπορούσατε να κάνετε ως αρχιτέκτονες είναι να ισοπεδώσετε αυτή την πόλη για να ξαναγίνει η Αθήνα. Ο Ξενάκης όταν ήρθε μετά τη χούντα και την είδε, έδειξε όλο του τον πόνο λέγοντας: «Αισθάνθηκα σαν να βλέπω τη μάνα μου να εκδίδεται στο πεζοδρόμιο».

– Πολλοί απορούν που ήρθατε να μείνετε στο Μεταξουργείο.

– Οταν μεγάλωσαν οι κόρες μου, μείναμε με την Αννα σε ένα μεγάλο σπίτι να ψαχνόμαστε με το εσωτερικό τηλέφωνο• ήταν γελοίο. Εκείνη λόγω του θεάτρου ανεβοκατέβαινε και δύο φορές την ημέρα στο κέντρο. Ετσι επενδύσαμε σε μια γειτονιά φτιάχνοντας θέατρο και σπίτι κολλητά. Τότε βέβαια το πρόβλημα των ναρκωτικών δεν ήταν τόσο έντονο. Οση κατανόηση και να έχεις, δεν είναι εύκολο να βλέπεις ενέσεις έξω από την πόρτα σου, αίματα, ανθρώπους να ουρούν στην αυλή σου. Δεν μετάνιωσα, αλλά αποφεύγω να βγαίνω συχνά χωρίς λόγο• δεν θέλω να έχω άμεση σχέση με την ασχήμια της καθημερινότητας. Η Αννα τούς έδινε φαγητό και συνεχίζει, λυπάσαι, δεν μπορείς.

«Ελπίζω στις δράσεις από τους πολίτες»

– Στο τραγούδι «Θέλω ένα βράδυ να κάνω ένα πάρτι» καλείτε από τον Φελίνι και τους Μπιτλς ώς τον Τσιτσάνη και τον Ντασέν. Ποιες προσωπικότητες θα καλούσατε σήμερα;

– Τους ίδιους. Οι αγαπημένοι δημιουργοί δεν αλλάζουν, είναι οι ρίζες. Απλώς θα έβαζα και νεότερα παιδιά που συμπαθώ, όπως τον Φοίβο Δεληβοριά.

– Και από πολιτικούς;

– Σιγά μην καλέσω πολιτικούς!

– Τι υπήρχε κρυμμένο μέσα μας και εκδηλώθηκε με τη Χρυσή Αυγή;

– Η παντελής έλλειψη μεταναστευτικής πολιτικής από το 1989 έφερε τα πράγματα εδώ. Η κατάσταση σήμερα είναι εκτός ελέγχου. Στον Αγιο Παντελεήμονα οι γέροι στρέφονται σε αυτούς όχι γιατί τους πιστεύουν, αλλά επειδή το επίσημο κράτος δεν προνόησε. Κρυφοχουντικό αίσθημα υπήρχε στην Ελλάδα, αλλά δεν πιστεύω ότι το 10% του λαού έχει τέτοια αισθήματα. Φόβο έχει.

– Υπάρχουν πράγματα που σας κάνουν να ελπίζετε;

– Οι δράσεις που γίνονται από ιδιώτες στην πόλη. Πολλές ομάδες τρέχουν και βοηθούν. Βλέπω επίσης τους φίλους των παιδιών μου, πώς σκέφτονται και πώς αντιδρούν. Κάποια στιγμή, οι δυνάμεις θα ενωθούν.

– Πολιτικά, ελπίζετε;

– Το παρόν σύστημα είναι σάπιο. Ελπίζω στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα, αν τα βρουν μεταξύ τους και δεν φαγωθούν με τις 11 συνιστώσες.

– Πώς αισθάνεστε όταν σας ρωτούν γιατί δεν γράφετε πια τραγούδια;

– Σε αυτά τα σαράντα και πλέον χρόνια έκανα δέκα δίσκους, δεν ήμουν ποτέ τού πολύ. Δεν θέλω να γράφω επιθεωρησιακά τραγούδια. Η ντίσκο που ξεφώνιζα το 1979 δεν υπάρχει και το τραγούδι αυτό δεν λέει τίποτα σήμερα. Δεν θέλω άλλα τέτοια τραγούδια. Ασε που σήμερα παραπατάνε και οι εταιρείες. Κουμάντο κάνουν οι μαγαζάτορες. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο…

Το κείμενο είναι της Γ. Συκκά (Καθημερινή, Ιούνιος 2013) 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here