Βαθιά το χέρι στην τσέπη ασθενείς και φαρμακοβιομηχανία

Βαθιά το χέρι στην τσέπη έχουν βάλει φαρμακοβιoμηχανία και ασθενείς, καλύπτοντας μεγάλο μέρος της φαρμακευτικής δαπάνης και συγκεκριμένα 2 από τα συνολικά 4,5 δις. Την ίδια στιγμή και εν αναμονή του νέου νομοθετικού πλαισίου για την εισαγωγή των φαρμάκων στην ελληνική αγορά, δυσοίωνο είναι το μέλλον αμφότερων.

Σύμφωνα με το φαρμακευτικό κλάδο, τα οριζόντια μέτρα για τη φαρμακευτική δαπάνη οδηγούν στην υποβάθμιση της υγείας των Ελλήνων πολιτών, ενώ παράλληλα απειλούν την βιωσιμότητα του κλάδου αλλά και κατ’ επέκταση ολόκληρου του συστήματος υγείας.

Ειδικά όσον αφορά στα νέα προτεινόμενα μέτρα για τον έλεγχο της φαρμακευτικής δαπάνης, η φαρμακοβιομηχανία κρούει εξ αρχής τον κώδωνα του κινδύνου, διαμηνύοντας ότι θα βάλουν φρένο στην εισαγωγή νέων φαρμάκων, απειλώντας την υγεία των ασθενών. Όλα αυτά, ενώ δημοσιευμένες μελέτες έχουν δείξει, ότι τα νέα φάρμακα, μεταξύ 1995 και 2010, πρόσθεσαν 11 μήνες ζωής σε κάθε Έλληνα ενώ μείωσαν τις ημέρες νοσηλείας κατά 2,2% ετησίως.

Στο πλαίσιο αυτό, η φαρμακευτική εταιρία MSD αντιπροτείνει έναν διαφορετικό «οδικό χάρτη» με στόχο τον εξορθολογισμό και τη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας, που θα του δώσει τη δυνατότητα να ενσωματώσει τις σύγχρονες θεραπευτικές εξελίξεις προς όφελος των ασθενών.

Καταναλώνουμε λιγότερο και πληρώνουμε περισσότερο

Όπως εξηγεί ο κ. Αντώνης Καρόκης, διευθυντής Εταιρικών Υποθέσεων της MSD Hellas, τα χρόνια του μνημονίου οι πολιτικές υγείας οδήγησαν στη μεγαλύτερη μείωση των δαπανών υγείας ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, με τη δαπάνη για πρωτοβάθμια περίθαλψη να έχει μειωθεί δραματικά. Η νοσοκομειακή περίθαλψη αναγκάζεται να επωμισθεί το βάρος της έλλειψης πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ενώ η φαρμακευτική περίθαλψη αν και έχει μειωθεί σημαντικά, εν τούτος παρουσιάζει σταθεροποίηση τα τελευταία 2 χρόνια.

Συγκεκριμένα η συνολική φαρμακευτική περίθαλψη, εξακολουθεί να απορροφά  το 28,3% της συνολικής δαπάνης υγείας ή το 2,3% του ΑΕΠ. Αυτό όμως δεν οφείλεται σε αυξημένη κατανάλωση αλλά, όπως δείχνουν στοιχεία του ΟΟΣΑ, καταναλώνουμε λιγότερο και πληρώνουμε περισσότερο.

Η πολιτική υγείας εστιάστηκε στη μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης μόνο και όχι στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στον τομέα υγείας, που θα επέτρεπαν στο σύστημα υγείας να θεραπεύσει περισσότερους ασθενείς με λιγότερους πόρους.

Σχεδόν 50-50 δημόσιες και ιδιωτικές πληρωμές

Όλα τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας διετίας, ο μοναδικός στόχος μείωσης της δημόσιας δαπάνης για την φαρμακευτική περίθαλψη επιτεύχθηκε κυρίως μέσω της μεταφοράς του βάρους της χρηματοδότησης από τον ΕΟΠΥΥ και το Υπουργείο Υγείας στη βιομηχανία και τους ασθενείς.

Η φαρμακευτική βιομηχανία  υποχρεώθηκε σε πλήθος εξοντωτικών υποχρεωτικών και αποκλειστικά από την κυβέρνηση προκαθορισμένων εκπτώσεων για κάθε σκεύασμα οι  οποίες συνολικά αθροίζονται για το 2016 σε πλέον των 300 εκ ευρώ για το σύνολο της βιομηχανίας. Επιπλέον οι φαρμακευτικές βιομηχανίες είναι υποχρεωμένες να καταβάλλουν πλήρως το ποσό της υπέρβασης του στόχου της φαρμακευτικής δαπάνης, η οποία υπέρβαση ξεπέρασε το 2016 τα 420 εκ για τη δαπάνη του ΕΟΠΥΥ και τα 280 εκ για τη δαπάνη των νοσοκομείων. Δηλαδή ενώ ο ΕΟΠΥΥ και το υπουργείο υγείας καταβάλλει 2,5 δις για τη φαρμακευτική περίθαλψη η βιομηχανία καταβάλλει και αυτή άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ ετησίως.

Σαν συνέπεια των παραπάνω και σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΟΠΥΥ, η μέση επιβάρυνση επιστροφών και εκπτώσεων προς τον οργανισμό για μια φαρμακευτική εταιρεία κυμαίνεται μεταξύ 19 – 43% ετησίως.  Για πάνω από 40 εταιρείες (εκ των 67 συνολικά), η συνολική επιβάρυνση ξεπερνά το 31% του ετήσιου κύκλου εργασιών τους στον ΕΟΠΥΥ. Καθώς αυτή η επιβάρυνση υπολογίζεται σε λιανικές τιμές, η πραγματική επιβάρυνση είναι  μεγαλύτερη. Σύμφωνα με το ισχύον σύστημα τιμολόγησης η φαρμακευτική βιομηχανία εισπράττει τελικά το 52-63% της τιμής παραγωγού (που είναι ο μέσος όρος των τριών χαμηλότερων τιμών στην Ευρώπη)  που το κράτος το ίδιο ορίζει για κάθε φαρμακευτικό προϊόν. Οι φαρμακευτικές εταιρείες επέστρεψαν επίσης το 2016, το 32% του κύκλου εργασιών τους στα δημόσια νοσοκομεία.

Αλώβητοι δεν βγήκαν ούτε οι ασφαλισμένοι καθώς μεγάλο μέρος της φαρμακευτικής δαπάνης μεταφέρθηκε και στους χρόνια πάσχοντες με την ιδιωτική συνδρομή στην φαρμακευτική περίθαλψη να ξεπερνά και αυτή το 1 δις για το 2016 (περίπου 750 εκ ευρώ η συμμετοχή των ασθενών στην αποζημιούμενη περίθαλψη συν 250 εκ τα φάρμακα που αγοράζονται ιδιωτικά από τα φαρμακεία).

MSD
O κ. Αντώνης Καρόκης, διευθυντής Εταιρικών Υποθέσεων της MSD Hellas

Επιπτώσεις των νέων μέτρων

Όπως εξηγεί ο κ. Καρόκης, αντί δομικών μεταρρυθμίσεων, τα νέα προτεινόμενα μέτρα για τον έλεγχο της φαρμακευτικής δαπάνης (επιπλέον τέλος 25% πλέον των ήδη θεσμοθετημένων υποχρεωτικών επιστροφών που ξεπερνούν το 40% της τιμής παραγωγού, καθυστέρηση της εισαγωγής των νέων προϊόντων για τουλάχιστον 2,5 χρόνια μετά την έγκριση από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων και αύξηση των υποχρεωτικών εκπτώσεων) οδηγούν σε αδυναμία εισαγωγής νέων φαρμάκων με συνέπεια την υγειονομική υποβάθμιση, την αδυναμία κάλυψης κλινικών αναγκών και την αρνητική επίπτωση στις επενδύσεις και την απασχόληση, ενώ έχουν αβέβαιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

Η αντιπρόταση της MSD

Η αύξηση της δαπάνης δεν προέρχεται μόνο από τα νέα προϊόντα. Ήδη το 2016 υπάρχει υπέρβαση της δαπάνης κατά 700 τουλάχιστον εκατομμύρια στο δημόσιο τομέα, η οποία δεν οφείλεται στα νέα φάρμακα.  Η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να συζητήσει με τη φαρμακοβιομηχανία λύσεις που θα βελτιώνουν την αποδοτικότητα της περίθαλψης και θα μας επιτρέψουν να θεραπεύσουμε περισσότερους ασθενείς με τους ίδιους ή λιγότερους πόρους.  Η απονέκρωση της ερευνητικής βιομηχανίας στη χώρα μας αν δεν υπάρξει συνεργασία θα εντείνει την ανεργία και τα την ύφεση, θα αποτελέσει δε σημαντικό αρνητικό μήνυμα για την προοπτική επενδύσεων στη χώρα μας.

Στο πλαίσιο άμεσων λύσεων, οι κυβέρνηση θα μπορούσε:

  • Να διατηρήσει τα υπάρχοντα rebate προς αποφυγή λαθών μέχρι την λήψη δομικών μεταρρυθμίσεων.
  • Εξεύρεση λύσεων εντός του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου.
    • Καλύτερος έλεγχος χρήσης φαρμάκων εκτός ένδειξης μέσω πραγματικής εφαρμογής των υπαρχόντων θεραπευτικών πρωτοκόλλων συνταγογράφησης.
    • Εφαρμογή Επιτροπής Διαπραγμάτευσης
    • Τιμολόγηση off-patent & γενοσήμων με βάση το μ.ο. των 3 χαμηλότερων τιμών στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. χωρίς προστασία τιμής. Η διείσδυση των γενοσήμων είναι ιδιαίτερα χαμηλή στην χώρα μας φτάνοντας μόλις το 20% εν αντιθέσει με το 58% που είναι ο μ.ο. των ΕΕ 18 χωρών μελών, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ (OECD Health Statistics 2016). Η αύξηση όμως της διείσδυσης δεν είναι αρκετή. Σε μελέτη της IMS, φάνηκε ότι η αύξηση διείσδυσης γενοσήμων σε 13 ATC κατηγορίες, θα μείωνε την δαπάνη μόνο κατά 0,09%.

Η ταυτόχρονη αλλαγή τιμολόγησης με βάση το μ.ο. των 3 χαμηλότερων τιμών στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. και χωρίς «κατώφλι» προστασίας, θα μπορούσε να οδηγήσει μείωση της δαπάνης για αυτές τις 13 ATC  κατηγορίες κατά 78,05% για τον ΕΟΠΥΥ και 31,2% για τους ασθενείς.

  • Εξαίρεση εμβολίων από τον προϋπολογισμό. Τα εμβόλια αφορούν την πρόληψη και όχι την θεραπεία. Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει σπατάλη στην χρήση εμβολίων καθώς ο αριθμός ανθρώπων που χρίζουν εμβολιασμού είναι συγκεκριμένος. Επίσης, το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και οφείλεται να ακολουθείται από όλους τους ιατρούς που εμβολιάζουν.

Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, θα μπορούσαν να ληφθούν οι παρακάτω δομικές αλλαγές:

  • Αξιολόγηση νέων φαρμάκων μέσω ενός οργανισμού αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας όπως έχει εξαγγελθεί και είναι μνημονιακή προϋπόθεση για το 2017. Η δημιουργία ενός οργανισμού ΗΤΑ θα έκανε δυνατή την αξιολόγηση των νέων θεραπειών με βάση τη σχέση κόστους-οφέλους σε αναλογία με τις υπάρχουσες θεραπείες. Τα κριτήρια αξιολόγησης θα πρέπει να δομηθούν σύμφωνα με τις Ελληνικές ανάγκες του συστήματος και τις πρακτικές υγείας στην χώρα μας. Τέλος και κυριότερα, θα δώσει την δυνατότητα αξιολόγησης μέσα σε συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα επιτρέποντας την πρόσβαση των ασθενών στις νέες εγκεκριμένες θεραπείες συντομότερα – χωρίς εξάρτηση από τα χρονοδιαγράμματα και αναμονές άλλων οργανισμών του εξωτερικού.
  • Ο έλεγχος των νοσοκομειακών προϋπολογισμών μέσω μηχανισμών προοπτικής χρηματοδότησης, όπως ΚΕΝ ή Diagnosis Related Groups (DRGs) σύμφωνα με τους οποίους διαμορφώνεται μια εκ των προτέρων αμοιβή για διαφορετικές κατηγορίες περιστατικών. Έτσι το νοσοκομείο έχει το κίνητρο να προσπαθεί να επιτυγχάνει τη θεραπεία του ασθενούς με κόστος ίσο ή χαμηλότερο από το όριο αμοιβής που έχει τεθεί για το περιστατικό αυτό. Στα πλαίσια αυτά όλοι οι παράγοντες του νοσοκομείου έχουν κίνητρα να αναζητήσουν τους πλέον οικονομικούς τρόπους αντιμετώπισης των ασθενών, θεσπίζοντας κλινικά πρωτόκολλα, προβαίνοντας σε συμφωνίες με προμηθευτές, μειώνοντας τη μέση διάρκεια νοσηλείας κλπ.
  • Παραγωγή Real World Evidence μέσω της εφαρμογής θεραπευτικών πρωτοκόλλων σε όλες τις θεραπευτικές κατηγορίες, την δημιουργία μητρώων ασθενών, την σύνδεση των υπαρχόντων και μελλοντικών συστημάτων και την αναζήτηση συνεργασιών. Μία τέτοια δομική αλλαγή θα πρόσφερε πολλαπλά οφέλη στην βελτίωση του συστήματος καθιστώντας το βιώσιμο:
    • Ανίχνευση ακριβών ασθενών και προσαρμογή πρωτοκόλλων
    • Έλεγχος και ενημέρωση ιατρών πάνω στις ιατρικές πρακτικές που εφαρμόζουν
    • Πρόσφορο περιβάλλον για έρευνα και ανάπτυξη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ: Ηπατίτιδα C: Εκτός της διαδικασίας διαπραγμάτευσης για τα φάρμακα οι ασθενείς

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Π. Αποστολίδης: Ευκαιρία για αξιοποίηση των δοκιμασμένων λύσεων το 2017

ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ: HTA Conference: Eντός του έτους η δημιουργία ανεξάρτητου οργανισμού ΗΤΑ στη χώρα μας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here